Δημοσιεύθη:
30.3.06 @ 3:20 π.μ.
Ετικέτες:




 

Μας βγήκε η πίστη...

Ο Θας, του ιστολογίου Vita Moderna, σχολιάζει την θαυματολογία των ημερών και το σχετικό κείμενο που παρέθεσα. Δυστυχώς, διαφωνώ πλήρως. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω πως και σε τί.

Καταρχήν βλέπω μια θεολογική σύγχυση, η οποία ξεκινάει με την επίκληση του Θύμιου Καρακατσάνη (of all people), και την δήλωση του πως "η ανάγκη δεν παράγει ήθος". Σχολιάζει ο Θας πως η ανάγκη εκβιάζει την "μετάνοια" και σύρει τον άνθρωπο στην πίστη, ως εκ τούτου δεν συνιστά "ελεύθερη προαίρεση". Ως παράδειγμα δίνει τον "εξωτερικό καταναγκασμό" που συνιστά ένα θαύμα.

Από τις δύο χθεσινές θαυματουργές εκπομπές, συγκράτησα την εύστοχη παρατήρηση του Θ. Καρακατσάνη ότι η ανάγκη δεν παράγει ήθος. Η διατύπωσή του απαντούσε έμμεσα στην συνήθη εισαγωγική διευκρίνιση όλων των καλεσμένων ότι σέβονται την ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν. Αν όμως πρόκειται απλώς για ανάγκη και όχι για ελεύθερη προαίρεση, αν ασκείται εσωτερικός καταναγκασμός (εξαιτίας του φόβου του θανάτου) ή εξωτερικός (όπως στην περίπτωση του θαύματος), τότε η περίφημη μετάνοια (ως μεταστροφή του νοός) εκβιάζεται και ο άνθρωπος απλώς «σύρεται» στην πίστη. Προφανώς ο Θεός δεν έχει ανάγκη οπαδών. Αντιθέτως, απ’ όσο ξέρω, η Εκκλησία ευαγγελίζεται την κοινωνία της αγάπης των ελευθέρων προσώπων.

Συνεπώς το θαύμα μπορεί να νοηθεί μόνο ως «σημείο» που σημαίνει και όχι ως ανατροπή της φυσικής τάξης δίκην ζογκλερισμών. Αν κουνιέται το καντήλι και δακρύζει η εικόνα στο σουβλατζίδικο, ο Θεός πρέπει να έχει εξαιρετικά σοβαρούς λόγους για να παραβιάζει τη φυσική τάξη -και την ελευθερία μας- κατ’ αυτόν τον τρόπο. Προσωπικά καταλήγω ότι όταν κάτι θυμίζει θεϊκό εφέ, σίγουρα δεν πρόκειται για θαύμα (που να έχει τουλάχιστον αποδέκτη ανθρώπους σαν εμένα· μπορεί να απευθύνεται σε άλλους αποδέκτες που το προσλαμβάνουν διαφορετικά, θα επανέλθουμε)


Υπάρχει εδώ μια αντιδιαστολή της "ανάγκης" ως προς την "ελεύθερη προαίρεση". Η ελεύθερη προαίρεση όμως, αν δεν μιλάμε για κάποια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, δεν είναι ελεύθερη εν κενώ. Ο άνθρωπος ζεί εν τω κόσμω, δηλαδή αγκαλιά με την ανάγκη. Η ανάγκη δεν αναιρεί την ελευθερία, για τον απλούστατο λόγο ότι η ανάγκη δεν αποφασίζει νομοτελειακά. Το να φοβάσαι τον θάνατο δεν σε κάνει αυτομάτως χριστιανό, όπως και η εξωτερική εμπειρία ενός θαύματος δεν σε μετατρέπει σε πιστό: ο Ιούδας είδε τόσα και τόσα θαύματα (και μάλιστα από πρώτο χέρι). Το να πιστεύεις για να απαλύνεις τον φόβο του θανάτου δεν σημαίνει απλά ότι φοβάσαι τον θάνατο: σημαίνει επίσης ότι μέσα σου βλέπεις τον Χριστό ως απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου, πράγμα που συνιστά τον κατεξοχήν ορισμό του ευ-αγγελίου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο άνθρωπος "σύρεται στην πίστη" μόνο αν μιλούσαμε για καταναγκασμό. Ο φόβος του θανάτου όμως δεν συνιστά καταναγκασμό, αποτελεί απλά πανανθρώπινο δεδομένο.

Λες πως αν κάτι "θυμίζει θεϊκό εφέ, σίγουρα δεν πρόκειται για θαύμα". Εδώ είσαι περισσότερο πιστός στον Μπερντιάγεφ (ή σε μια ανάγνωση του) παρά στον Χριστό και τους αγίους της χριστιανικής πίστεως, οι οποίοι επιτέλεσαν πολλά "θεϊκά εφέ". Το ίδιο το κεντρικό γεγονός της πίστης, η ανάσταση, είναι από μόνο του "θεϊκό εφέ". Η "παραβίαση της φυσικής τάξης" δεν συνιστά περιορισμό της ελευθερίας μας αλλά της φυλακής μας. Η φυσική τάξη (ανάμεσα στα άλλα: τα σκουληκιασμένα πτώματα και το μεγάλο εστιατόριο της Φύσεως) είναι η πτωτική τάξη, όχι ο "λίαν καλώς" κόσμος της δημιουργίας. Το θαύμα είναι η έκφραση της κατίσχυσης της θεϊκότητας επί της φυσικής τάξης. Αυτό που αγνοείται εδώ είναι πως και η ίδια η ύπαρξη του κόσμου (της καμηλοπάρδαλης, της Αβυσσηνίας ή της μελιτζάνας) και των φυσικών νόμων συνιστά επίσης θαύμα, δηλαδή συνιστά μια αλλαγή της φυσικής τάξεως. Αν πιστέψουμε τα χριστιανικά κείμενα η αρχική "φυσική τάξη" ήταν το κενό και το χάος, όχι η βαρύτητα και το υδρογόνο.

Το Μπερντιαγεφικό απόσπασμα περί "υπαρξιακού χώρου" μπορεί να αναγνωστεί (και νομίζω ότι αυτό κάνεις) ως μια πνευματική και υπαρξιστική εκδοχή του χριστιανισμού, κάτι ανάμεσα σε Ξενοφάνη και Γιάσπερς. Απουσιάζει η συνάντηση με το πρόσωπο, η οποία δεν είναι φαινόμενο του "υπαρξιακού χώρου", ήτοι αυτιστικό, αλλά πραγματική συνάντηση, όπως με τον φίλο μας τον Μπάμπη.

Γράφεις, αμέσως μετά το παράθεμα του Μπερντιάγεφ: "Μπορούμε τελικά να δεχθούμε ότι ο Θεός είναι μια πραγματικότητα μόνο επειδή αυτό έχει ένα υπαρξιακό νόημα για μας και όχι επειδή υπάρχει ως αντικειμενική παρουσία στον κόσμο. Μιλάμε πάντα (κατά τον Μπερντιάγεφ) για τον Θεό ως πραγματικότητα που αναδύεται εντός μας και αφορά στην επίτευξη ενός ανώτατου ανθρωπισμού- αυτό είναι το θείο στον άνθρωπο και έτερον ουδέν.". Αυτό δεν είναι χριστιανισμός (όχι απλά δεν είναι ορθόδοξος: ούτε καν προτεσταντικός). Αμφιβάλλω αν είναι καν θεμιτή ανάγνωση του Μπερντιάγεφ. Σίγουρα πάντως δεν προκύπτει από το απόσπασμα της σελ. 150 περί "δύναμης".

Το θαύμα δεν σημαίνει ότι ο θεός "κυβερνά". Αποτελεί ένα σημείο, δηλαδή κομμάτι μιας συζήτησης, όχι μια διαταγή.

Λυπάμαι που το λέω- ελπίζω ότι δεν προσβάλλω τον bfo που το ανέβασε και του οποίου τη διάθεση να αντιστρατεύεται όσα εκείνος θεωρεί "προοδευτικά στερεότυπα" σέβομαι- αλλά ο συντάκτης του κειμένου συνοψίζει (άθελά του μάλλον) το πρόβλημα ενός λόγου που υποτίθεται ότι εδράζεται στην εκκλησιαστική εμπειρία αλλά σπάνια αναφέρεται στην πίστη καταφατικά (ή έστω αποφατικά). Αντίθετα, ως λόγος κινούμενος στην περιφέρεια του ζητήματος και λαλίστατος ως προς τα εθνοπατριωτικά, κατασκευάζει την εικόνα μιας διωκόμενης εκκλησίας στους σύγχρονους καιρούς, συγχέοντας σκόπιμα το καθίδρυμα (και την ιεραρχία του) με το σώμα των πιστών. Πρόκειται για έκπτωση του βιώματος σε ιδεολογία, όπως σημειώνουν οι συνήθεις εισαγωγές στην (ορθόδοξη) πίστη ή αλλιώς, για εκκοσμίκευση της εκκλησίας.

Νομίζω πως δεν είναι ένα καλό κείμενο αυτό του Φαρμάκη, γιατί οι προθέσεις του γίνονται αμέσως φανερές. Υποτίθεται ότι αναφέρεται στη δυνατότητα των προσώπων να βλέπουν το θαύμα αλλά η στόχευση είναι άλλη. Η αναφορά στα φωτοβόλα πρόσωπα γίνεται μόνο για να διεγερθεί το θυμικό του αναγνώστη και να αποδοθούν εξ ανακλάσεως τα χαρακτηριστικά του σκότους στους συνασπισμένους νεοταξικούς. Ο συντάκτης του, συγκροτεί αυθαίρετα τους αντίπαλους στρατούς και υπερασπιζόμενος τα χαρακτηριστικά (πίστη, ευλάβεια, αθωότητα, διάνοιξη) μιας ομάδας σε διωγμό, στήνει αόρατες μάχες για τις οποίες οι ενδιαφερόμενοι δεν έχουν ειδοποιηθεί. Θέλω να πω πως ούτε οι προσκυνητές συμμετέχουν σε καμιά διαδήλωση δικαιωμάτων της πίστης τους ούτε κανένας (τρέμων) νεοταξίτης μηδενιστής θέλει το κακό τους. Η υποτιθέμενη απαγόρευση του θαύματος δια νόμου αποτελεί εφεύρημα και αφηγηματική τεχνική του γράφοντος.


Βλέπεις τις "αφηγηματικές τεχνικές" αλλά δεν αντιλαμβάνεσαι την σημασία τους. Ότι δηλαδή συνιστούν ένα λόγο όχι ορθολογικά διαχειριστικό του ζητήματος αλλά λυρικά και συμβολικά φορτισμένο, που θα πρέπει να διαβαστει ως ποίημα, όχι ως δοκίμιο. Νομίζω ότι καταγγέλεις τις αφηγηματικές τεχνικές ως "παραπλανητικές" βασισμένος στην κλασσική δυτική παρεξήγηση η οποία θέλει τον ποιητικό λόγο να μη συνιστά επιχειρηματολογία. Πρόκειται για μια παρεξήγηση εν πολλοίς άγνωστη στους αρχαίους έλληνες όπως και στους Πατέρες (άγνωστη υπήρξε εξάλλου και στην σκέψη της Άπω Ανατολής).

Λες: "Θέλω να πω πως ούτε οι προσκυνητές συμμετέχουν σε καμιά διαδήλωση δικαιωμάτων της πίστης τους ούτε κανένας (τρέμων) νεοταξίτης μηδενιστής θέλει το κακό τους.". Με την απλοϊκή έννοια ότι δεν κρατάνε πλακάτ, όχι, δεν συμμετέχουν σε διαδήλωση δικαιωμάτων της πίστης τους. Αλλά μόνο με αυτήν την απλοϊκή έννοια. Δεν είναι δύσκολο να δεί κανείς ότι το να συμμετέχεις στο προσκύνημα αποτελεί ένα σημείο, στέλνει ένα μύνημα: το μήνυμα της πίστης στο θαύμα. Εν μέσω γενικευμένης εκκοσμίκευσης, αναγωγής της πίστης σε πνευματικοποιημένο υπαρξιακό ζήτημα, αθεϊστικών χλευασμών και επιστημονικής λοιδωρίας, το μύνημα αυτό μπορούμε να το δούμε ως διαδήλωση.

Συνεχίζεις: "Η υποτιθέμενη απαγόρευση του θαύματος δια νόμου αποτελεί εφεύρημα και αφηγηματική τεχνική του γράφοντος.". Φυσικά ο γραφών δεν μιλάει για δια νόμου (!) απαγόρευση του θαύματος. Η "αφηγηματική τεχνική" την οποία ένιωσες την ανάγκη να επισημάνεις είναι η απλή και ταπεινή παρομοίωση. Ο κόσμος μας, και σίγουρα οι κονδυλοφόροι των ΜΜΕ, μοιάζει να επιβάλλει γενική απαγόρευση της πίστης στο θαύμα, με την ίδια έννοια που μοιάζει να απαγορεύει την αλληλεγγύη, την δημιουργικότητα, κλπ.

Παρακάτω: "ο συντάκτης του κειμένου συνοψίζει (άθελά του μάλλον) το πρόβλημα ενός λόγου που υποτίθεται ότι εδράζεται στην εκκλησιαστική εμπειρία αλλά σπάνια αναφέρεται στην πίστη καταφατικά (ή έστω αποφατικά)". Δεν αναφέρεται στην πίστη; Σωστότερο δεν θα ήταν να πούμε το αντίθετο; Ότι, δηλαδή, η πίστη αποτελεί τη μόνιμη προκείμενη του κειμένου του; Τόσο το δικαίωμα στην πίστη (που αποτελεί και το περιεχόμενο της μεταφοράς περί "διαδήλωσης") όσο και η πίστη ως προσωπική συνάντηση (που αποτελεί και το περιεχόμενο της παράθεσης των "φωταγωγημένων προσώπων").

Αντίθετα, ως λόγος κινούμενος στην περιφέρεια του ζητήματος και λαλίστατος ως προς τα εθνοπατριωτικά, κατασκευάζει την εικόνα μιας διωκόμενης εκκλησίας στους σύγχρονους καιρούς, συγχέοντας σκόπιμα το καθίδρυμα (και την ιεραρχία του) με το σώμα των πιστών.


Δεν βλέπω τέτοια σύγχυση στο κείμενο. Δεν είναι το καθίδρυμα (με την ιεραρχία του) που διώκεται, είναι το σώμα των πιστών το οποίο χλευάζεται ως οπισθοδρομικό, ναϊφ (sic) και εν τέλει απλό κορόϊδο της ιεραρχίας. Με το πρόσχημα εξάλλου της κριτικής στο "καθίδρυμα", εξαπολύεται ένας πόλεμος ενάντια σε στοιχειώδεις εκδηλώσεις του σώματος των πιστών, όπως η πίστη στο θαύμα και το προσκύνημα.

Κατ’ αρχάς ο χωρισμός του πληρώματος σε φωτισμένους πιστούς που έχουν πρόσβαση στο θαύμα (γιατί κυλούν μέσα τους οι χυμοί της ζωής) και σε στεγνωμένους διανοούμενους που κοιτάζουν ανήμποροι (δεν εξαιρεί τον εαυτό του, επίτηδες) αντιστρατεύεται κάθε έννοια εκκλησιαστικού ήθους.


Ώστε "αντιστρατεύεται κάθε έννοια εκκλησιαστικού ήθους";! Αν ψωνίζει κανείς εκκλησιαστικό ήθος από διανοούμενους, ίσως. Όπως και να έχει, ο χωρισμός σε "φωτισμένους πιστούς με πρόσβαση στο θαύμα" και "στεγνωμένους διανοούμενους" είναι μια διαχρονική και αναπόσπαστη παράμετρος του χριστιανικού ήθους, από την προτροπή να "είμαστε ως τα παιδιά" και το "μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι", ως τον αντιδιανοητισμό του Ντοστογιέφσκι και του Παπαδιαμάντη. Η ουσία της είναι η επίκληση του βιώματος και της προσωπικής σχέσης έναντι του διανοητισμού και της αναλύσεως.

Αντίθετα εδώ, όπως και στα περίφημα κηρύγματα του αρχιεπισκόπου, δεν υπάρχει συμπόνοια ή κατανόηση για μια εκδοχή της ζωής χωρίς θεό αλλά μια a priori στερεωμένη εικόνα των ανθρώπων σε σεσωσμένους πιστούς και σε μηδενιστές/ ψευτοδιανοούμενους / Συνασπιστές / Πασόκους / Νεοταξίτες.

Αυτό μου έκανε πάντα μεγάλη εντύπωση. Αν κάποιος νιώθει φωτισμένος από ένα άλλο φως, αν όντως ζει επ’ ελπίδι αναστάσεως, πώς είναι δυνατόν να λοιδωρεί, να μέμφεται εκείνον που δεν τα κατάφερε;


Μου κάνει μεγάλη εντύπωση που δεν βλέπεις τι πραγματεύεται το κείμενο: δεν μέμφεται εκείνον που δεν τα κατάφερε. Μέμφεται εκείνον που λοιδωρεί (από τηλεοράσεως, τύπου και ιστολογίων) εκείνους που τα κατάφεραν ή εκείνους που προσπαθούν να τα καταφέρουν. Εκείνους δηλαδή που μετατρέπουν το ότι δεν τα κατάφεραν σε σημαία και πρότυπο.

Πώς είναι δυνατόν να απασχολείται τόσο συστηματικά με τα έργα και τις ημέρες ενός κόμματος που με δυσκολία μπαίνει στη βουλή; Και εν πάση περιπτώσει αυτοί είναι οι φορείς της Νέας Τάξης στην Ελλάδα; Το συγκλονιστικό 3%, είναι σε θέση να επιβάλει απαγορεύσεις και διωγμούς; Είναι ας πούμε ο talos εκπρόσωπος αυτής της νεοταξ;


Η βουλή και το ποσοστό ελάχιστα έχει να κάνει. Άλλο η κυριαρχία στο ιδεολογικό και άλλο στο πολιτικό πεδίο (για παράδειγμα στην Ελλάδα η αριστερά έχασε τον εμφύλιο αλλά νίκησε στον ιδεολογικό χώρο). Εξάλλου ποιός είπε ότι η νεοτάξ εξαντλείται στο χώρο του Συνασπισμού; (φυσικά, όποιος έχει την μύγα μυγιάζεται).

Μπερδεύεις τέλος τις απογορεύσεις και τους διωγμούς με απαγορευτικούς νόμους και πραγματικές διώξεις. Η κύρια δράση των φορέων της νεοτάξ είναι στον ιδεολογικό χώρο. Όσο για την πραγματική επιβολή των νεοτάξ σχεδίων, εκεί υπάρχει αγαστή συνεργασία με τα πρασινομπλέ εκσυγχρονιστικά στρατόπεδα.

Να προσθέσω στο τέλος ότι στην όλη συζήτηση περί θαυμάτων, αλλά και σε ότι αφορά την σχέση θρησκείας και ελληνισμού (όχι από τον Θας, γενικά) μπερδεύονται δυο ζητήματα ξέχωρα μεταξύ τους, τα οποία συναντώνται μόνο εν μέρει ή ιδεατά. Το ζήτημα της θρησκευτικότητας / θρησκευτικής παράδοσης και το ζήτημα της πίστεως. Το να πιστεύει κανείς είναι μια προσωπική συνάντηση. Η τήρηση και η ευσέβεια προς μια θρησκευτική παράδοση όμως είναι άλλο πράγμα, επίσης σεβαστό ως πολιτισμικό δεδομένο. Η θρησκευτική παράδοση μεταφέρει κοσμοθεωρία και πολιτισμική θέαση η οποία είναι υπαρκτή και δρα όχι μόνο ελλείψει πίστεως αλλά και στην συνειδητή αθεϊα.

Για παράδειγμα, όταν ο Βέμπερ εντοπίζει την προτεσταντική ηθική στο πνεύμα του καπιταλισμού, δεν σημαίνει ότι αναφέρεται σε πιστούς προτεστάντες, καλβινιστές κλπ κεφαλαιοκράτες και αστούς. Απλά η σχετική κοσμοθεώρηση του προτεσταντισμού λειτουργεί ως ρέουσα πολιτισμική ατμόσφαιρα ακόμα και ελλείψει πίστεως. Κατ' αυτή την έννοια η επίθεση στην θρησκευτική παράδοση ενός λαού αποτελεί ταυτόχρονα επίθεση ενάντια στην πολιτιστική του ιδιοπροσωπεία, όχι απλά στο θέμα της θρησκείας αλλά σε όλα.

Ένα νεοτάξ κόλπο (που υποκρίνεται την κριτική στην πίστη "από τα αριστερά") είναι να καταγγέλεις την έλλειψη ειλικρινούς πίστεως, αγάπης, κλπ και ως εκ τούτου να κατηγορείς την θρησκευτική παράδοση και τις εκδηλώσεις της. Όπως είπα, άλλο το ένα, άλλο το άλλο, αν και ιδεατά συναντώνται. Ένας λαός έχει δικαίωμα να τιμά την θρησκευτική του παράδοση και αυτή να παίζει ρόλο στον πολιτισμό του, ακόμα και αν δεν την πιστεύει εις έκαστος πλήρως και αγαπητικά. Πόσο μάλλον όταν είναι οι αμαρτωλοί, οι ψευτο-πιστοί κλπ που χρήζουν προσκυνήματος στο θαύμα, δηλαδή όλοι εμείς, μηδενός εξαιρουμένου.

9 σχόλια:

BFO Συμπλέω με με την άποψή σου πώς ο άνθρωπος ζει αγκαλιά με την ανάγκη, και είναι αδύνατο , εφόσον μιλούμε για πραγματικούς ανθρώπους, να ξεχωρίσεις ,σαν να έχεις πάρει το νυστέρι στα χέρια, την πραγματική πίστη από το φόβο του θανάτου της ασθενείας κλπ. Και συμφωνώ πως οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να πιστεύουν σε ό,τι θέλουν.
Όμως από την άλλη μη χλευάζεις όσους , παλεύοντας με τον εγγενή στον άνθρωπο φόβο, δεν υποκύπτουν και ακολουθούν με θάρρος τη φωνή της λογικής.
Πιστεύεις πως λοιδωρούνται οι άνθρωποι που πιστεύουν; Όποιος διαφωνεί με την ύπαρξη θαυμάτων , σημείων κλπ πρέπει να φιμωθεί; Γιατί αυτό που εσύ ονομάζεις χλευασμό , είναι απλά η αντίθετη άποψη.(Η συχνά χλευαζόμενη στην Ελλάδα, μην ξεχνάμε τους κενούς επιχειρημάτων χαρακτηρισμούς περί κουλτουριαραίων, προοδευτικάριων κοκ)
Μπορείς να ταξιδέψεις νοερά στα χρόνια που η ελληνική εθνική θρησκεία ψυχορραγούσε , χτυπημένη σε πνευματικό (και σε υλικό επίπεδο) από το χριστιανισμό και να φανταστείς τις λοιδωρίες που εισέπρατταν οι εναπομείναντες οπαδοί της από τους χριστιανούς της εποχής.
Οι χριστιανοί , πιστεύοντες σε θαύματα και δοξασίες, δεν είναι οι πρώτοι που λοιδωρούν τους νεοεθνικούς για τις δοξασίες τους; Και προσφεύγουν στον ορθό λόγο καταδικάζοντας την πίστη στο Δωδεκάθεο.
Και δύο ερωτήσεις: Είσαι υπέρ της πίστης στο υπερφυσικό όλων των θρησκευομένων ,ανεξαρτήτως θρησκείας ή το δικαίωμα αυτό το έχουν μόνο οι χριστιανοί ορθόδοξοι;
Δεν είσαι εσύ που χλευάζεις και λοιδωρείς τους «συνασπισμένους» «νεοταξίτες» και λοιπούς;


BFO said:Ένα νεοτάξ κόλπο (που υποκρίνεται την κριτική στην πίστη "από τα αριστερά") είναι να καταγγέλεις την έλλειψη ειλικρινούς πίστεως, αγάπης, κλπ και ως εκ τούτου να κατηγορείς την θρησκευτική παράδοση και τις εκδηλώσεις της. Όπως είπα, άλλο το ένα, άλλο το άλλο, αν και ιδεατά συναντώνται. Ένας λαός έχει δικαίωμα να τιμά την θρησκευτική του παράδοση και αυτή να παίζει ρόλο στον πολιτισμό του, ακόμα και αν δεν την πιστεύει εις έκαστος πλήρως και αγαπητικά. Πόσο μάλλον όταν είναι οι αμαρτωλοί, οι ψευτο-πιστοί κλπ που χρήζουν προσκυνήματος στο θαύμα, δηλαδή όλοι εμείς, μηδενός εξαιρουμένου

Συμφωνώ μαζί σου. Αλλά το δικαίωμα ανήκει στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι σε σύνολα αυθαίρετα οριζόμενα ως «ένας λαός» . Και φυσικά και το δικαίωμα να μην τιμά τη θρησκευτική παράδοση.


Μετά από τόσους αιώνες διαμάχης, μετά από μερικά εκατομμύρια φιλοσοφικο- θεολογικές μελέτες και επτά χιλιάδες διακόσιες τριανάντα τρεις καταμετρημένες αιρέσεις, διαγνώνεται στο blog του thas, θεολογική σύγχυση. Περίεργο! Πώς έτσι;

Μου θυμίζει λίγο το «σύντροφε, είσαι εκτός γραμμής». Οπότε, να κι εγώ:
«Τι λε ρε σύντροφε; Εσύ είσαι εκτός γραμμής!»

Γι’ αυτήν την έρμη έννοια του προσώπου-Μπάμπη, μόνο στα δικά μας εκδοτικά πράγματα, υπάρχουν τέσσερις πολύ ωραίες εργασίες.( Το πρόσωπο και ο έρως Χρ.Γιανναρ. / Από το προσωπείο στο πρόσωπο Ιων. Ζηζ. / Οντολογία ή Θεολογία του προσώπου του Ιων. Παναγ. και το Μπορούν τα πρόσωπα της Τριάδας να δώσουν τη βάση για Περσοναλιστικές απόψεις περί του ανθρώπου, του Σαβ. Αγουρίδη) τα οποία σε εκτενέστατα κριτικά σημειώματα ξετινάζει ο Ράμφος στο βιβλίο του « Ο καημός του ενός». Προφανώς στη συνέχεια, κάποιος άλλος ξετινάζει τον Ράμφο. Εμείς ετοιμαζόμαστε να ξετιναχτούμε μεταξύ μας. Πάλι καλά. Αλλού ανατινάσσονται άνθρωποι, κτίρια, ζώα, μηχανές. (ωραία μελέτη του Μαρωνίτη αυτή, αλλά άσχετη με το θέμα μας. Λέγεται άνθρωποι, χρώματα, ζώα, μηχανές στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη!)

Συγνώμη για την ιλαρότητα, κάτι με έχει πιάσει. Είναι η άνοιξη μαζί με ένα κομπρεσέρ απέναντι που δεν με αφήνουν να συγκεντρωθώ.

Να σου πω πάντως, πριν συνεχίσω, ότι κι εγώ (όπως ο χοιροβοσκός) έχω σταματήσει από χρόνια να θεολογώ γιατί με κατέλαβε κάποτε η αίσθηση του γελοίου. Η βιβλιογραφία μου θα σου γίνει αμέσως φανερή, γιατί αντλούμε από το ίδιο υλικό. Και κάθε φορά που συναντώ σκέψεις και απόψεις των οποίων την προέλευση αναγνωρίζω με πιάνει μια αδιόρατη μελαγχολία. Μιλάω κυρίως για τον εαυτό μου, καθότι όποτε σπεύδω να διευκρινίσω κάτι, ετοιμάζομαι πλέον για το «άδειασμα» που ακολουθεί. Χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεις και τέτοια. Το αρχικό κείμενό μου είναι γραμμένο σε άλλη κατεύθυνση, προσπαθεί να μοιραστεί πράγματα, να συναντηθεί με όσους αντιλαμβάνονται κάπως έτσι το σήμερα και όχι να αντιπαρατεθεί. Προχωρώ λοιπόν, με λίγη δυσφορία.

Γράφεις:
Ο άνθρωπος ζεί εν τω κόσμω, δηλαδή αγκαλιά με την ανάγκη. Η ανάγκη δεν αναιρεί την ελευθερία, για τον απλούστατο λόγο ότι η ανάγκη δεν αποφασίζει νομοτελειακά. Το να φοβάσαι τον θάνατο δεν σε κάνει αυτομάτως χριστιανό, όπως και η εξωτερική εμπειρία ενός θαύματος δεν σε μετατρέπει σε πιστό: ο Ιούδας είδε τόσα και τόσα θαύματα (και μάλιστα από πρώτο χέρι). Το να πιστεύεις για να απαλύνεις τον φόβο του θανάτου δεν σημαίνει απλά ότι φοβάσαι τον θάνατο: σημαίνει επίσης ότι μέσα σου βλέπεις τον Χριστό ως απάντηση στο πρόβλημα του θανάτου, πράγμα που συνιστά τον κατεξοχήν ορισμό του ευ-αγγελίου.

Σου απαντώ, ελπίζω εντός γραμμής:

Η πίστη στην άλλη ζωή (η πίστη ότι ο θάνατος καταργείται και ότι η αγαπητική σχέση ανθρώπου-θεού δεν καταλύεται) αποτελεί υπέρβαση των βιολογικών περιορισμών και κάθε άλλου προκαθορισμού, εν πνεύματι και αληθεία. Είναι νίκη της ελευθερίας κατά της αναγκαιότητας. Η αναγκαιότητα καταργεί την ελευθερία μας ενώ η πίστη μάς την επιστρέφει.
(Αν νικιέται ο Άδης, σκέψου τι παθαίνει ο απλός νεοταξίτης. Γι’ αυτό σου λέω. Ο νεοταξ είναι πρόβλημα επειδή δεν έχει νικηθεί (εντός) κανένας άδης, ή έστω δεν υπάρχει προηγούμενη γεύση αυτής της αλήθειας. Φυσικά με ιδέες δεν νικιέται κανένας, γιατί οι ιδέες διακρίνονται από ισοσθένεια- σε κάθε μια αντιπαρατίθεται μία άλλη.)

Δεν πιστεύεις για να «απαλύνεις το φόβο του θανάτου» όπως λες, πιστεύεις επειδή η αγάπη (στο πρόσωπό του) σε τραβάει απ’ το μανίκι. Μιλάω για το δέον.

Ο Ιούδας ήταν πιστός. Η πίστη δεν αφορά ταυτότητες αλλά κερδίζεται και χάνεται κάθε στιγμή, σε μάχη μέχρις εσχάτων. Ο Ιούδας προδίδει όταν βρίσκεται σε κρίση πίστης-εμπιστοσύνης. Ο Θωμάς ψάχνει πειστήρια όταν νιώθει χαμένος. Τα γεγονότα του Ευαγγελίου είναι γεγονότα πνευματικά. Χαρτογραφούν δηλαδή το εσωτερικό τοπίο, την ύπαρξη, κατά τρόπο αποκαλυπτικό και σημαίνοντα.

Αυτό που είπα για τα θαύματα είναι ότι δεν συντρέχει λόγος τέτοιου θαύματος, καθώς δεν «σημαίνεται» κάτι δι’ αυτών. Τι είναι ένα καντήλι που κινείται πάνω από τους πιστούς; Όχι πώς αλλά γιατί ματώνει η εικόνα; Και φυσικά δεν αποτελεί καθόλου εφέ η Ανάσταση με την οποία σημαίνεται ένα συγκλονιστικό γεγονός. Το κατεξοχήν γεγονός της πίστης, δηλ. η δυνατότητα να καταργηθεί ο θάνατος.

Όπως ξέρεις, τα θαύματα του Χριστού εντάσσονται σε παραβολές. Δεν αποτελούν γεγονότα δύναμης αλλά εκφράσεις αγάπης κατά παραχώρηση. Οι μαθητές του φωνάζουν «κάνε ένα θαύμα να σωθείς». Η στάση του είναι: δεν καταλαβαίνετε.

Σε επανειλημμένες και αγωνιώδεις ερωτήσεις μου σε μοναχούς στο Όρος, του στυλ γιατί επιτέλους γέροντα δεν γίνεται ένα θαύμα στη ζωή μου ώστε να πιστέψω (ε, καλά, ήμουνα και αμούστακο παλληκάρι τότε) η απάντηση ήταν
-Είσαι καλά παιδί μου; Για να τρέχεις μια ζωή πίσω από το θαύμα;

Βρισκόμαστε ακόμα στην πρώτη παράγραφο. Μήπως, λέω, μήπως, εκτός από τα blog υπάρχουν και τα ουζερί;

Όταν θα επιστρέψω με το δεύτερο μέρος, θα ενεργοποιήσω κάποια από τα τεχνάσματα του Σοπενάουερ που παρουσιάζονται στην "εριστική διαλεκτική".

Να κοίτα τι ωραίο είναι το τέχνασμα αρ 27.
"Όταν βλέπουμε κάποιο επιχείρημά μας να προκαλεί τη δυσφορία του αντιπάλου, πρέπει να εμμένουμε πεισματικά σ' αυτό· όχι μόνο επειδή είναι καλό να επιτυγχάνουμε την απώλεια της ψυχραιμίας του αλλά και διότι πρέπει να υποθέσουμε πως έχουμε εντοπίσει κάποιο αδύνατο σημείο της συλλογιστικής του. Επομένως, μπορούμε πιθανώς να του καταφέρουμε πλήγμα πολύ ισχυρότερο από αυτό που είναι προφανές".

(σοβαρότης μηδέν, σήμερα)


Μέρος β΄, άλλη μέρα, άλλη διάθεση.

Το κείμενο του Φαρ. είναι ένα κείμενο προθέσεων. Γραμμένο το 2001 όπως λες, εποχή που ο αρχιεπίσκοπος βρίσκεται σε φουλ επίθεση, αναπαράγει το σκεπτικό της τότε Ιεραρχίας της εκκλησίας, ότι ο πιστός διώκεται και βάλλεται πανταχόθεν. (Και τώρα ίδια είναι η Ιεραρχία και οι συνθήκες αλλά για κάποιο λόγο αισθάνονται ότι ο πιστός διώκεται λιγότερο- το μυστικό είναι ότι τότε κατάφεραν να ταυτίσουν συνειδητά τον πιστό με την Ιεραρχία. Το κάνουν και τώρα, αλλά κατά περίπτωση). Είχε προηγηθεί η συστηματική καλλιέργεια της πόλωσης με τον πολεμοχαρή λόγο του αρχιεπισκόπου: «Θα τους βόλευε να μείνουμε στα δικά μας, αμέτοχοι στα κοινά, φιμωμένοι. Θέλουν τον παπά κλεισμένο στην εκκλησία, καρπαζοεισπράχτορα.»
Ο παπάς, κατά Χριστόδουλο, είναι «κλεισμένος» στο ιερό του και τρώει καρπαζιές. Πολλές έννοιες συκοφαντήθηκαν και ευτελίστηκαν τότε, ποδοπατήθηκαν ξανά από την επέλαση της δημαγωγίας και της απλοποίησης. Είσαι Έλληνας; Απόδειξη δια της αντιστάσεως. Είσαι Χριστιανός; Μολόγα το! Γράψτο στην ταυτότητα. Πίσω ολοταχώς.
Με αυτή τη θεολογία της εποχής οδηγηθήκαμε στις περίφημες λαοσυνάξεις, στη «λαοθάλασσα πιστών» που αντιστάθηκε με πραγματικές διαδηλώσεις.

Το ποτάμι των πιστών (χιλιάδες χιλιάδων), μας λέει το κείμενο, αυτή η διαδήλωση (συμπτωματική, πάλι, η χρήση της λέξης) ανθρώπων, που τους κατηγορούν για σκοταδισμό που φέρνει τον μεσαίωνα, με τη φυσική, αυθόρμητη παρουσία τους δίπλα στα συρματοπλέγματα (άλλη τυχαία λεξούλα) και τα μπάζα (ένα υποβαθμισμένο περιβάλλον ανησυχίας και απειλής- «τοπίο καταστροφής») διασώζουν το φως. Οι από κει, οι διανοούμενοι, οι αντιθαυματοποιοί, έχουν τα Χημεία τους, την Επιστήμη τους, την Ευρώπη τους, την Εξουσία τους. Οι επό δω, ο αυθεντικός, ο αρχαίος, αθάνατος, αιώνιος κόσμος, έχει το φως, τη φλογίτσα, το θαύμα. Λυρισμός ναι. Αλλά προφανής και εργαλειακός, δεν βρίσκεις;. Ποίηση, σε καμιά περίπτωση.

Γράφεις:
Ώστε "αντιστρατεύεται κάθε έννοια εκκλησιαστικού ήθους";! Αν ψωνίζει κανείς εκκλησιαστικό ήθος από διανοούμενους, ίσως. Όπως και να έχει, ο χωρισμός σε "φωτισμένους πιστούς με πρόσβαση στο θαύμα" και "στεγνωμένους διανοούμενους" είναι μια διαχρονική και αναπόσπαστη παράμετρος του χριστιανικού ήθους, από την προτροπή να "είμαστε ως τα παιδιά" και το "μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι", ως τον αντιδιανοητισμό του Ντοστογιέφσκι και του Παπαδιαμάντη. Η ουσία της είναι η επίκληση του βιώματος και της προσωπικής σχέσης έναντι του διανοητισμού και της αναλύσεως.

Αναπόσπαστη παράμετρος. Τι να πω. Προσωπικά, το μόνο χριστιανικό ήθος που αναγνωρίζω - μπορεί και να το έχω ονειρευτεί, μπορεί και να το συνάντησα στο Όρος- είναι η στιγμή (για να μην πω τίποτα βαρύγδουπο με φωτισμούς) που κάποιος ζητάει να παραιτηθεί από τις βασανιστικές ιδέες του κι εξομολογείται σε εσένα τον περαστικό πως κάθε στιγμή κινείται στην κόψη του ξυραφιού, πως δεν έχει δέσει κανένα γάιδαρο, πως δεν ανήκει σε κανένα σωματείο προπαγάνδας των λόγων Του, πως δεν έχει κλείσει πρώτο τραπέζι πίστα αλλά βρέθηκε για ένα ποτό στο μπαρ. Και πως αντίθετα, κάθε στιγμή αισθάνεται αβέβαιος για την πίστη του, πως βλέπει εσένα με τη δηλωμένη απιστία σου να πιάνεις καλύτερο κέντρο και πως το δικό του στραβό κεφάλι φταίει που δεν τον αφήνει να μετανοήσει.

Κανένας άλλος λόγος εξουσίας και σωτηριολογικού κηρύγματος δεν με ενδιαφέρει. Κανένας χωρισμός σε στρατόπεδα δεν μου είναι ανεκτός από τους επαγγελματίες της αγάπης. Καμία φωτισμένη δεσποτεία δεν με έπεισε για το δικαίωμά της να διαχειρίζεται κατ’ αποκλειστικότητα την παράδοση (κατά τρόπο ιδιοτελή και συμφέροντα) ανακοινώνοντας τα πορίσματά της για το ποια είναι η μοίρα του ελληνισμού και κατά πού πρέπει να κάνουμε τώρα που η θύελλα μαίνεται στο ιδεολογικό τοπίο.

Ό,τι με συγκινεί είναι ο λόγος της διαφοράς, της αδυναμίας, της απόκλισης, της ανεστιότητας.

Για τα υπόλοιπα, μπορούμε όπως είπα, να συζητάμε ατέρμονα. Τέχνη στην οποία, όχι να σε κολακέψω δηλαδή, αλλά είσαι αρχηγός (που λέει και η Αν. Πάνια).


Στάθης, Θας, απαντήσεις σε δυο ημέρες που ξαναβγαίνω, έχω μηδέν χρόνο σήμερα.

Ευχαριστώ για την υπομονή (εγώ βάζω την επιμονή ;-)


BFO Κουράγιο και υπομονή


Στάθη,

με ρωτάς αν πιστεύω πως λοιδωρούνται οι ανθρώποι που πιστεύουν. Ναι, πιστεύω πως λοιδωρούνται, και το βασίζω στην φθήνια των απόψεων που βλέπω σε τύπο και κανάλια, σε εκατοντάδες επιφυλλίδες. ("Αβησσαρίων η ψυχή του ανθρώπου" ξεκινάει ένας έξυπνος το άρθρο του).

Δεν διαφωνώ ότι οι Χριστιανοί λοιδωρούσαν τους νεοθνικούς για τις δοξασίες τους. Ήταν όμως, εκείνη την εποχή, άξιας λοιδωρίας δοξασίες. Οι ίδιοι οι σοβαροί εθνικοί λοιδωρούσαν την παρακμή της αρχαίας θρησκείας, όπως ο Λουκιανός και ο Πλούταρχος.

Εξάλλου δεν πιστεύω ότι όλα είναι ισάξια, και όλα θα πρέπει να είναι εκτός λοιδωρίας. Κάποια πράγματα είναι άξια λοιδωρίας, κάποια όχι. Όχι μόνο στην θρησκεία αλλά στα πάντα. Η κεντρική ιδέα του πολιτισμού (του Κινεζικού, του ελληνικού, του Αμερικάνικου) είναι η ξεχωριστή ιεράρχιση αυτών των πραγμάτων. Κάθε πολιτισμός έχει δικαίωμα να πιστεύει ότι θέλει, αλλά στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου πολιτισμού υπάρχουν συγκεκριμένες απόψεις για το τι είναι άξιο και τι όχι. Αλλιώς έχουμε σκέτο σχετικισμό. Ο Ηρόδοτος μας δίνει το παράδειγμα με τα διαφορετικά ταφικά έθιμα σε διάφορους λαούς. Αλλά δεν βγάζει έτσι το συμπέρασμα ότι τα ταφικά έθιμα είναι αυθαίρετα, πρέπει να καταργηθούν κλπ. Συναινεί ότι για κάθε λαό τα δικά του είναι και πρέπει να είναι σεβαστά.

Λες ακόμα: "[το δικαίωμα] ανήκει στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά και όχι σε σύνολα αυθαίρετα οριζόμενα ως «ένας λαός».

Δεν πιστεύω ότι τέτοια σύνολα είναι "αυθαίρετα οριζόμενα". Αυτό που λες μοιάζει με αυτό που είχε πεί η Θάτσερ "Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα".

Τα άτομα δεν υπάρχουν στο κενό, υπάρχουν μέσα σε ένα σύνολο. Αυτό τα διαμορφώνει. Η "ατομική σκέψη" είναι εφικτή μόνο αν μεγαλώνεις μόνος σου στην Ζούγκλα. Μόνο ψευδαισθήσεις αυτάρκειας έχουμε, στην πραγματικότητα ό,τι και να κάνουμε είμαστε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, παιδιά της εποχής μας και του πολιτισμού μας. Αυτό το ονομάζω λαός.


BFO said:

Δεν διαφωνώ ότι οι Χριστιανοί λοιδωρούσαν τους νεοθνικούς για τις δοξασίες τους. Ήταν όμως, εκείνη την εποχή, άξιας λοιδωρίας δοξασίες. Οι ίδιοι οι σοβαροί εθνικοί λοιδωρούσαν την παρακμή της αρχαίας θρησκείας, όπως ο Λουκιανός και ο Πλούταρχος.

Διαφωνούμε,αλλά αυτό πιστεύω πως συμβαίνει και σήμερα με το χριστιανισμό.


και πιο κάτω:

Δεν πιστεύω ότι τέτοια σύνολα είναι "αυθαίρετα οριζόμενα". Αυτό που λες μοιάζει με αυτό που είχε πεί η Θάτσερ "Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνο άτομα".

Τα άτομα δεν υπάρχουν στο κενό, υπάρχουν μέσα σε ένα σύνολο. Αυτό τα διαμορφώνει. Η "ατομική σκέψη" είναι εφικτή μόνο αν μεγαλώνεις μόνος σου στην Ζούγκλα. Μόνο ψευδαισθήσεις αυτάρκειας έχουμε, στην πραγματικότητα ό,τι και να κάνουμε είμαστε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, παιδιά της εποχής μας και του πολιτισμού μας. Αυτό το ονομάζω λαός.


Δε μου απαντάς, κάνεις απλά μια ωραία ντρίπλα. :) Είμαστε παιδιά της εποχής μας και ισχύουν όλα αυτά που λες αλλά από κει και πέρα υπάρχουν ατομικά διακιώματα. Κανείς δεν μπορεί να μου επιβάλλει στο όνομα του «λαού» να μην φάω μπριζόλα τη Μεγάλη Παρασκευή και καλαμαράκια το Πάσχα, ή σε ποιο Θεό να πιστεύω. Αυτό λέω...

Όσο για τη Θάτσερ είναι έξυπνο να με παρομοιάζεις με έναν άνθρωπο σε γενικές γραμμές αντιπαθή προκειμένου να μην απαντήσεις. Άλλο όμως αυτό που λέει η Θάτσερ και άλλο να ορίζεις ότι μια κοινωνία πρέπει υποχρεωτικά να έχει κοινή μεταφυσική πίστη. Αυτό είναι λυμμένο εδώ και αιώνες ζήτημα.